Την στιγμή που προσπαθούμε να βάλουμε όρια στα παιδιά μας και αυτά ανταποκρίνονται απλώς με ένα πονηρό χαμόγελο, πολλά συναισθήματα γεννιούνται μέσα μας!Συνήθως είναι συναισθήματα που μας κάνουν να νιώθουμε ανεπαρκείς και λίγες ως προς τον ρόλο μας ως μητέρες.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό λοιπόν που προβληματίζει πολλές από εμάς τίθενται δύο ουσιαστικά ερωτήματα. Τα ερωτήματα είναι τα εξής:
1. Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον όρο “οριοθέτηση”; Τι σκεφτόμαστε δηλαδή όταν λέμε πως θέτουμε όρια στο παιδί μας;
2. Γιατί ενώ κάνουμε ξεκάθαρα τα όρια, το παιδί μας δεν ανταποκρίνεται σε αυτά;
Όσον αφορά στο πρώτο ερώτημα, θα πρέπει να σκεφτούμε τι είναι τα όρια. Ποιος θέτει τι είναι όριο και τι δεν είναι; Νομίζω πως αρχικά το όριο είναι μάλλον πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση των γονέων. Επίσης, ο γνώμονας καθορισμού των ορίων ίσως θα ήταν καλύτερο να βασίζεται κυρίως στην εξασφάλιση λειτουργικότητας και ασφάλειας μέσα στα πλαίσια της οικογένειας. Όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, είναι πολύ πιθανό να βιώσουμε ως μαμάδες συναισθήματα απόρριψης και ανεπάρκειας καθώς η έλλειψη ορίων μετατρέπεται σε ένα μείζον θέμα που αφορά στον εγωισμό μας.
Επιπλέον είναι σύνηθες φαινόμενο να μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο απαγορεύσεων που ακόμη κι αν αρχικά αποδώσει κάποιους καρπούς, μακροπρόθεσμα θα γίνει αντιληπτός ως ένας ρόλος που ο καθένας μέσα στην οικογένεια καλείται να ντυθεί. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει ο αυστηρός μπαμπάς και η ελαστική μαμά ή το αντίστροφο. Εδώ είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να υπενθυμίσουμε τον βασικό ρόλο του να κρατούν μια κοινή γραμμή οι δύο γονείς.
Τα όρια λοιπόν πρέπει αρχικά να ακολουθούν τα διάφορα αναπτυξιακά στάδια των παιδιών ώστε να γνωρίζουμε τι από όλα αυτά που επιθυμούμε να μάθουν είναι εφικτό για την ηλικία τους.Αυτή η παράλειψη είναι συχνά και ένας λόγος που βιώνουμε συναισθήματα ματαίωσης όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως θα θέλαμε σχετικά με την οριοθέτηση. Ένα δεύτερο βασικό σημείο είναι ότι ενώ υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία πιθανόν να έχετε μια κοινή εμπειρία με τον σύζυγο και τα παιδιά οπότε και έχει γίνει συζήτηση για το “μέτρο” όσον αφορά σε ένα ζήτημα χωρίς να είναι μπροστά τα παιδιά, υπάρχουν και στιγμές που συμβαίνουν πράγματα αυθόρμητα ή χρειάζεται να μπουν όρια εκ νέου την στιγμή που ήδη συμβαίνει κάτι. Σε αυτή την περίπτωση συχνά οι γονείς αυθόρμητα οδηγούνται στο να διαφωνούν μπροστά στο παιδί για το όριο που θέλουν να θέσουν οπότε και ο θυμός είναι ένας σταθερός μηχανισμός αντίδρασης εκ μέρους των παιδιών που νιώθουν ταραγμένα και μπερδεμένα.
Επειδή είναι λοιπόν κατανοητό ότι δεν μπορούμε να έχουμε θέσει όλες τις κόκκινες γραμμές μας εκ των προτέρων, υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης μιας τέτοιας έκτακτης κατάστασης. Αν αυτό το οποίο θέλουμε να συζητήσουμε με το παιδί μας και το όριο που αναμένουμε να θέσουμε μπορεί να περιμένει, τότε δίνουμε χρόνο στον εαυτό μας και τον σύζυγο μας απαντώντας στο παιδί μας πως αυτό που μας ζητά είναι κάτι για το οποίο δεν μπορούμε να του απαντήσουμε στο παρόν καθώς χρειάζεται να το συζητήσουμε ως γονείς. Αν πρόκειται για κάτι πολύ άμεσο, τότε μπορούμε να μπούμε σε μια συζήτηση με τον σύζυγο μας η οποία όμως να βασίζεται στις αρχές της διαπραγμάτευσης. Μιλάμε δηλαδή σε ήρεμο τόνο μεταξύ μας κι αν υπάρχει διαφωνία, υποστηρίζουμε την άποψη μας επιχειρηματολογώντας. Με αυτό τον τρόπο, όταν έρχεται η ώρα να θέσουμε το όριο, το παιδί μας γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο το κάνουμε, το αξιολογεί ως κάτι θετικό για εκείνο και το αποδέχεται ευκολότερα καθώς έχει γίνει και ο ίδιος ακροατής των λογικών επιχειρημάτων μας. Αφήνω ως σημαντική σημείωση ότι τα επιχειρήματα θα πρέπει να βασίζονται όντως στην λογική και όχι στην διάθεση μας να επιβάλλουμε την δική μας γνώμη στον σύζυγο και να κάνουμε με κάθε τρόπο αυτό που επιθυμούμε καθαρά από προσωπικό εγωϊσμό ή επειδή μόνο εμείς ξέρουμε καλύτερα.
Trust your gut
Στην οριοθέτηση λοιπόν των παιδιών μας, το πονηρό χαμογελάκι δεν θα πρέπει να πυροδοτεί συναισθήματα απογοήτευσης και αμφισβήτησης απέναντι στον εαυτό μας. Αντίθετα, κάποιες στιγμές θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψη σχετικά με το τι ζητάμε από το παιδί και με τι τρόπο. Και κυρίως ποια είναι η διάθεση του παιδιού την στιγμή εκείνη; Μήπως δηλαδή απλώς θέλει να επιβεβαιώσει ένα όριο ή να μας προκαλέσει να περάσουμε χρόνο μαζί του; Επίσης πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε πάντα τον παράγοντα της ηλικίας. Είναι ένα φυσιολογικό στάδιο κι αυτό του παιδιού που ακριβώς επειδή δεν είναι ενήλικας, δεν μπορεί να συμπεριφερθεί ως τέτοιος. Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τον σημαντικότερο σκοπό της οριοθέτησης.
Στο ερώτημα αυτό, η εύκολη απάντηση που έχουμε να δώσουμε στους εαυτούς μας είναι ότι σκοπός της οριοθέτησης είναι το ίδιο το όριο. Στην πραγματικότητα όμως σκοπός της οριοθέτησης είναι η αυτορρύθμιση. Δηλαδή θέτωντας όρια δεν επιδιώκουμε να γίνουμε τα αφεντικά των παιδιών μας ούτε να επιβεβαιωθούμε στα μάτια των τρίτων για το πόσο καλά καταφέρνουμε να κρατάμε τον έλεγχο. Μια τέτοια αντίληψη είναι δεδομένο ότι θα μας οδηγήσει σε ένα είδος κομπλεξισμού που δεν το θέλουμε στην ζωή μας με τα παιδιά, τον σύζυγο και τον υπόλοιπο κοινωνικό μας περίγυρο. Θέτωντας όρια στα παιδιά μας προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο ασφάλειας και σιγουριάς. Μέσω αυτής της διαδικασίας θέλουμε να καταφέρουμε να κάνουμε τα παιδιά μας να νιώσουν κάποια στιγμή αρκετά δυνατά και ικανά να θέσουν από μόνα τους τα όρια τους ώστε να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως αυθύπαρκτες οντότητες στην σκληρή σύγχρονη κοινωνία μας.
